Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Ή ώρα είναι πέντε και δέκα

Παιδί μου,
η ποίηση δεν μπορεί να εννοηθεί ως χαρακτηριστικό
με σημεία που έχουν αντίθετες αξιώσεις ποιότητας και βάθους.
Ωστόσο χάθηκα
από μεγάλα πνεύματα της ιστορίας που με σκίζουν,
με διαπερνούν,
αντιδιαστέλλονται στον πόνο μου,
στην σφαίρα του δισταγμού
η οποία με οδήγησε στο να κρύψω τις λίγες νύχτες με φεγγάρι που με άρεσαν.
Μα προφανώς νηπιακή είναι η κατάσταση να πονάμε από την σφαίρα των ανθρώπων
και από το έργο των πνευμάτων
που με κατηγορηματικό τρόπο μας κάνουν να διστάζουμε  να πούμε ότι η ώρα είναι πέντε και δέκα
η ώρα για να χαθεί το όνειρο στο πεταγμένο του φεγγαριού
εκεί όπου χάθηκα με στενέστερο πόθο την ομορφιά σου.
Και εκεί στις δικές μου γραμμές δεν θα μπορέσω να σας κρύψω την αγάπη του μικρού τρελού.




Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες

Γκρίζες φάτσες, χλωμά χαμόγελα.
Όλες οι φαιές εκφράσεις πάγωσαν εκείνη την στιγμή.
Όλα τα συναισθήματα παγιδεύτηκαν εκεί.
Όλα τα πρόσωπα οικεία.
Τόσο γνωστά μ' αγνώριστα.  
Και τώρα εδώ.
Μόνος...
Κοιτάζω το άλμπουμ.
Γεμάτο συναισθήματα.
Γεμάτο ανθρώπους που αγάπησα και με αγάπησαν.
Μα όλοι τώρα είχαν ξεχαστεί, είχαν φύγει.
Μα οι αναμνήσεις μείναν εκεί καρφιτσωμένες.
Παγιδεύτηκαν στο νου και έπαιζαν παιχνίδια.
Στιγμές...
Ερχόταν και φεύγαν.
Προκαλώντας την νοσταλγία του παρελθόντος.
Τότε που όλοι ήμασταν μαζί.
Χαρούμενοι...
Τότε που δεν μας χώριζε τίποτα.
Τότε που ήμασταν εκεί.
Και όχι εδώ.
Εκεί που ήμασταν άνθρωποι με νόημα και ενδιαφέρων,
 άνθρωποι που δέναν αρμονικά μεταξύ τους,
 άνθρωποι φίλοι
 και όχι όπως τώρα απλά αναμνήσεις ενός τρελού μέσα από ασπρόμαυρες φωτογραφίες.


Στα συρτάρια των παιδικών μου χρόνων έκλεισα όλες τις αναμνήσεις όλους τους παιδικούς φίλους και τώρα είμαι εδώ μόνος στο δωμάτιο να κοιτώ και να νοσταλγώ την παιδική μου  ηλικία...

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Θάνατος

Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο αποπνικτική.
Ο αέρας φυσούσε απαλά σχεδόν καταθλιπτικά.
Τα κεριά φωτίζανε τον ολόλευκο τάφο.
Ησυχία...
Μια νεκρική σιγή.
Το λουλούδι ακούμπησε απαλά καθώς έφευγε από το χέρι μου και έπεφτε στον τάφο.
Στον δικό μου τάφο.
Την αιώνια φυλακή μου.
Μια φυλακή που επέλεξα να ζω μακρυά σου.
Μα και οι πεθαμένοι είχαν ψυχή,
αλλά εσύ μου την είχες πάρει.
Όσο σε σκεφτόμουν.
Όσο ήμασταν μαζί.
Όσο ήμουν ακόμα ζωντανός.
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν φοβήθηκα τον θάνατο.
Τον δικό μου θάνατο.
Πάντα φοβόμουν την ζωή και τα υποχόνδρια παιχνίδια της εναντίων μου.
Αλλά τον θάνατο όχι, ποτέ.
Δεν φοβόμουν μήπως πεθάνω αυτό ήταν το πεπρωμένο μου, είχα συμβιβαστεί με αυτήν την ιδέα.
Φοβόμουν την μοναξιά αυτών που θα αφήσω πίσω.
Την μοναξιά αυτών που με αγαπούσαν και νοιάζονταν για μένα.
Όπως και εγώ...
Φοβόμουν ότι δεν θα προφτάσω να τους αποχαιρετήσω,να τους αγκαλιάσω,να τους χορτάσω.
Φοβόμουν μην μείνω μόνος μου.
Χωρίς κάποιον να με αγαπάει και να με φροντίζει.
Δεν φοβόμουν τον θάνατο.
Φοβόμουν την μοναξιά της ζωής.




Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Αυτοί και εκείνοι.

Έφυγε και ο Οκτώβρης και το φθινόπωρο μπήκε για τα καλά.
Τα φύλλα κιτρίνισαν και άλλα μαράθηκαν.
Τα σύννεφα μαύρισαν και μια ασυνήθιστη μπόρα δρόσισε το χώμα.
Και εγώ παρατηρούσα.
Παρατηρούσα τις αλλαγές, στεκόμουν στο παράθυρο και κοίταζα την βροχερή μέρα.
Άνθρωποι με ομπρέλες βάδιζαν αργά,και άλλοι τρέχαν απλά για να μην βραχούν.
Μα ήταν ήδη βρεγμένοι.
Σαν τα όνειρα που βράχηκαν από την χθεσινή καταιγίδα.
Και αλλάξαν.
Όπως άλλαξε και η εποχή.
Τόσο εύκολα, σχεδόν ανώδυνα.
Πάει το καλοκαίρι, έσβησε.
«Ήμαστε πλέον στο φθινόπωρο» είπα μέσα μου.
Αλλά όχι δεν ήταν η αλλαγή του καιρού που με έκανε να αντιληφθώ αυτήν την αλλαγή αλλά οι άνθρωποι.

Αυτοί και εκείνοι.

Αυτοί που στεκόσουν δίπλα τους και ένιωθες το κρύο της ψυχής τους να σε τρυπάει.
Αυτοί που από μακρυά καταλαβαίνεις ότι το βλέμμα τους και οι ελπίδες τους είχαν μαραθεί.
Αυτοί που για πρώτη φορά έχυναν τα δάκρυα τους.
Αυτοί που δεν ένιωθαν παρά μόνο την μοναξιά της εποχής,που μόλις μπήκε.

Αλλά υπήρχαν και εκείνοι.

Εκείνοι που ζευγάρωναν για να ζεστάνουν την ψυχή και να φροντίσουν να την διατηρήσουν μέχρι την άνοιξη την εποχή που όλοι ερωτευόταν.
Εκείνοι που και με νεκρές ελπίδες ακομα ήλπιζαν. Ήλπιζαν ξανά. Με την δικιά τους δύναμη πίστευαν ότι θα δουν τα όνειρα τους να ανθίζουν.
Εκείνοι που δεν νοσταλγούσαν το παρελθόν, ούτε κολλούσαν σε αυτό αλλά από τώρα σχεδίαζαν το μέλλον.
Εκείνοι που περίμεναν να φύγουν τα κρύα και μαζί τους να φύγουν και οι πόνοι. Περίμεναν με ανυπομονησία να ξεχυθούν στους δρόμους και να φωνάξουν χαρούμενοι...

Ήρθε η άνοιξη η φύση είναι έτοιμη να ερωτευτεί και μαζί της και εμείς.