Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Ελεύθερο Πνεύμα

Κάθομαι στην γωνία μου, έχει γίνει η δικιά μου γωνία.
Κάθομαι στην καρέκλα μου και αγναντεύω από το παράθυρο μου.
Οι άλλοι μιλάνε, μιλάνε αλλά δεν τους ακούω.
Δεν με ενδιαφέρουν αυτά που λένε, με αφήνουν παγερά αδιάφορο.
Κοιτάζω έξω...
Τον καταγάλανο ουρανό,
τα πράσινα δέντρα...
Ένα αεροπλάνο περνάει.
Το κοιτάω.
Δεν είναι ελεύθερο.
Δεν είναι σαν και εμένα.
Έχει έναν συγκεκριμένο προορισμό.
Όχι εγώ όμως.
Ξανακοιτάω...
Ένα πουλί.
Μα τι είναι; Είναι πολύ όμορφο.
Έκανε στάση στο δέντρο έξω από το παράθυρο.
Το δικό μου παράθυρο.
Έκανε στάση, από το μεγάλο του ταξίδι.
Ένα ταξίδι χωρίς αρχή, ούτε τέλος.
Ένα ταξίδι χωρίς προορισμό.
Είναι ελεύθερο, χωρίς να τον καταπιέζει κάποιος.
Ανοίγει τα φτερά του και φεύγει, πετάει. Πετάει χωρίς σταματημό.
Κάνει κύκλους, πετάει ψηλά, και μετά χαμηλά.
Πετάει και χάνετε στα σύννεφα.
Πετάει ελεύθερο και χάνεται.
Να και ένα δεύτερο.
Πετάνε μαζί, κάνουν κύκλους, σχέδια...
Ορίζουν έναν προορισμό.
Όχι για να τους περιορίσει, αλλά για να τους ενώσει.
Να περάσουν μαζί την επομένη άνοιξη.
Να είναι οι δυο τους.
Να πετάνε, να είναι ελεύθεροι, χωρίς περιορισμούς.
Να ζούνε μαζί.
Πετάνε, πετάνε για πάντα.

Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Νένα

Πριν από μέρες ήσουνα εσύ
ένα απλό κορίτσι όλο γέλιο και ζωή.
Δεν ρωτούσε το γιατί
και το παίζε πολύ χαζή,
ενώ με την κάθε αφορμή Θύμωνε ακομα ποιο πολύ.
Κοιτώντας το συμφέρων της
προσπαθούσε να πνιγεί
μα σαν ψαράκι κολυμπούσε για να καταφέρει να σωθεί
και όταν γνώρισε εμένα έγινε φίλη κολλητή.

Ο φύλακας ο άγγελος της,
ο φύλακας ο άγγελος μου
γίναμε ένα και μισό
μέχρι που η φίλη μου η Νένα
γνώρισε τον ένα και μοναδικό.
Μαλώσαμε, φωνάξαμε
γίναμε από δυο χωριά, χωριάτες
και όταν την πήρα και τηλέφωνο μου είπε για ντομάτες
και για τον ξάδερφο μου τον γατούλη και ότι κοιμάται με δυο γάτες.

Άντε μουρλή άσε ήσυχες τις γάτες
και πιάσε αυτά που μου χρωστάς,
ένα γιουβέτσι
ένα λαπτοπ
και ένα κάστρο από σένα ειδικά για μένα
στην όμορφη την παιδική
που κατά τύχη δεν με γνώρισες εκεί.

Σαν τα πα όλα αυτά
με αντιγύρισε και με ύφος μου ψιθύρισε
άστα όλα αυτά
που είναι η δικιά μου ζωγραφιά;

Μια ζωγραφιά από μένα ειδικά για αυτήν
σαν το ποίημα αυτό μια και μοναδική
και με τον φίλο της τον Παύλο
που χει ποιο καλή φωνή
ας ξεκινήσουν να το τραγουδάνε μέχρι αύριο το πρωί.

Και ας έρθει και η Μαρία και η Ελίζα
οι φίλες σου οι κοντινές
να ζήσουνε το πάρτι σαν να ΄τανε για αυτές
και ας έρθει και η Δώρα
που με λέει και κουνούπι
η χαζό τρελό-καμπιερο
που ΄ναι όμορφη και ζουμερή
και πριν το τέλος ας έρθει και η Ανατολή
που μαζί με την ξαδέρφη τους την Γιώτα
οι τρεις τους κάνουν σαν τρελές
όταν βλέπουνε μανάρια να τους καίνε τις καρδιές.

Και άλλοι φίλοι που εγώ δεν τους γνωρίζω
εύχομαι να έρθουν και να το γλεντήσουν
και πριν τελειώσει αυτό το πάρτι
ένα μανάρι όλο δικό σου
για να σου κλείνει και το μάτι ;)

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Καλοκαίρι στην αλάνα

Το καλοκαίρι μύρισε.
Ήδη από τις αρχές του Ιουνίου έγινε αισθητό...
Τα ζευγαράκια άρχισαν να περπατάνε και 
να σιγώ τραγουδάνε κάτω από την καλοκαιριάτικη πανσέληνο...
Η ζέστη αφόρητη μα και μοναδική γέμιζε τους δρόμους μες τον καύσωνα,
αλλά η αλάνα γεμάτη.
Εκεί που μεγάλωσα...
Εκεί που έπαιξα...
Και ακομα και τώρα είναι γεμάτη...
Με την ένδειξη "Το Καλοκαίρι Γύρισε" τα παιδιά ξεχύθηκαν στους δρόμους,
Κραυγές, 
ουρλιαχτά, 
γέλια αντηχούν σε κάθε γωνία της αλάνας.
Της αλάνας...

Αχ αναμνήσεις...
Τότε που το παγωτό έλιωνε στα χέρια.
Τότε που βαρούσαμε το τζάμι της Θείας Παναγιώτας και αντί να μας μαλώσει μας έδινε καραμελίτσες.
Ακομα τις θυμάμαι, είχαν γεύση ροδάκινο, η αγαπημένες μου και
μετά όταν σκοτεινιάζε καθόμασταν ξαπλωμένοι στο σκληρό χώμα 
κοιτούσαμε τα αστέρια και το φεγγάρι και ονειροπολούσαμε.
Ονειροπολούσαμε το μέλλον και το πως θα 'μαστε.
Μεγάλοι...
Με τους έρωτες και τα κορίτσια που θέλαμε...
Τι μικροί που ήμασταν.
Νομίζαμε ότι θα έχουμε όποια θέλαμε...
Και ήμουν εγώ που το κατάλαβα πρώτος.
Όταν σε έχασα, εκείνη την καλοκαιριάτικη μέρα
30 Αυγούστου...
Όταν τελείωσε το καλοκαίρι τελείωσα και εγώ...
Τώρα όμως εδώ...
Στο νέο καλοκαίρι...
Στο ποιο γλυκό καλοκαίρι...
Όπου η μπλούζα θα κολλάει από την ζέστη,
το παγωτό θα λιώνει στο χέρι,
ο ήλιος θα καίει κάθε τι πάνω στην γη,
τα παιδιά θα παίζουν χαρούμενα
και εγώ θα κάνω την ποιο όμορφη αρχή.
Ένα καλοκαίρι χωρίς εσένα,
ένα καλοκαίρι στην αλάνα,

Ένα καλοκαίρι και πάλι παιδί...

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Άγνωστοι Γνωστοί

Την ειδα από μακρυά, αλλά ήταν σίγουρα αυτή;
Ομόρφυνε! Ή ο καιρός που πέρασε και μου έλειπε την έκανε ποιο όμορφη;
Λες να με θυμάται;
Μπα βλακείες.... Σιγά! Τι ήμουν εγώ για αυτήν;
Γελάει. Πόσο μου άρεσε όταν γελούσε, 
μπορώ να πω ακομα με αρέσει το χαμόγελο της.
Αλλά όχι!Πείσμα...

Εγωισμός πάνω από τον εγωισμό.

Άλλαξε πάντως! 
Αχ πόσο θα ήθελα......
Όχιιιιιι, ξέχνα την, βγάλ΄την απ το μυαλό σου μια χαρά τα είχες καταφέρει πριν την δεις!
Και μην ξεχνάς εάν θέλει μπορεί  να έρθει να σε χαιρετίσει.

Μα πάγος πάνω σε πάγο δεν πάει.

Ναι καλά αυτή ήταν που αποφάσισε να με ξεχάσει, εάν θέλει εδώ είμαι ας έρθει και ας κάνει ότι δεν με είδε.
Γελάω... Πνεύμα ανωτερότητας;
Σιγά απλά είναι μια άγνωστη, τι με νοιάζει;
Να απλά κάποτε θα έδινα τα πάντα για αυτήν, αλλά τώρα ούτε στάλα σάλιου για ένα απλό γεια.
Πως καταντήσαμε έτσι; εμείς; το πιστεύεις;
Αλλά πλέον έχω άλλους ανθρώπους να νοιάζονται για μένα, μπορεί να μην σου μοιάζουν να μην με γεμίζουν 100% αλλά αυτοί με σκέφτονται μια στο τόσο.
Κάποτε ήμουνα για σένα πολλά αλλά τώρα δεν αξίζω ούτε ένα σου χαμόγελο... Τι κρίμα!

Και το κάποτε έγινε τώρα και όπως αλλάζει ο καιρός, αλλάζουν και οι άνθρωποί.

Άπλα δυο άγνωστοι, που συναντήθηκαν τυχαία,
απλά δυο παρουσίες που απλά δεν ταίριαξαν, 
δυο ψυχές που ποτέ δεν κοιτάχτηκαν,
δυο σώματα που ποτέ δεν ενώθηκαν.

Απλά δυο άγνωστοι...

Και η αυλαία έπεσε,το θέατρο τον δυο ξένων τελείωσε, έφυγες.
Έφυγες και ησύχασα, η καρδιά άρχισε να χτυπά κανονικά.
Μόνο γνώριμα πρόσωπα με περιτριγυρίζουν...
Και δεν είσαι μέσα σε αυτά...
Είσαι απλά μια ανάμνηση, μια άγνωστη. 

Αυτή που δεν θα ξεχάσω ποτέ και αυτή που δεν θα θυμηθώ ξανά...





Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Ανατολή

Ο ήλιος ανέτειλε  για πρώτη φορά στον ουρανό εκείνη την μέρα.
Το τοπίο μπροστά μας ήταν σαν να βγήκε από το παραμύθι,το καλύτερο παραμύθι,το δικό μας παραμύθι.

Περπατούσαμε βουβά ο ένας δίπλα στον άλλο, οι παπαρούνες δίπλα μας μύριζαν από την χθεσινή βροχή, 
ενώ τα αμάξια πηγαινοερχόταν δίπλα μας καθώς βαδίζαμε στην άκρη του δρόμου.
Βαδίζαμε σαν δυο σκιές, σιωπηλοί με μόνη συντροφιά την απαλή μουσική από το κινητό...

Προχωρούσαμε και εσύ μου έριχνες κλεφτές ματιές όταν νόμιζες ότι δεν κοίταζα. 
Αλλά δεν είμαι χαζός, όλα τα ξέρω όλα τα καταλαβαίνω.
Κουνάω τα χέρια μου άρρυθμα, απλά για να ακουμπήσω την άκρη των δικών σου.

Κοιτάς την ανατολή και χάνεσαι! 
Σαν δυο σκιές βαδίζουμε, χωρίς να μιλάμε. 
Αλλά ότι σκέφτεσαι εγώ το ξέρω, το νιώθω, είναι εμφανές μα και καλά κρυμμένο.
Είμαι ο χαζός σου, απλά νομίζεις ότι κοιμάμαι και δεν βλέπω αλλά το ξέρω,τα ξέρω όλα.

Είμαι η ανατολή που περιμένεις να εμφανιστώ μέσα από το σκοτάδι.
Είμαι αυτός  που απαλά θα σε ταξιδέψει στα πέρατα του κόσμου,
 μακρυά εκεί όπου καμιά ψυχή δεν έφτασε ποτέ.
Είμαι αυτός που θα σε κάνει να νοιώσεις ξανά.
Είμαι η ανατολή ή απλά είμαι ο χαζός σου,
ο δικός σου χαζός!

                                                      Κύπρος 25/4/12